Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Ανάλυση της κρίσης. Τμήμα πρώτο. Οι Τράπεζες.

Αποφάσισα να δημοσιεύσω τμηματικά ένα κείμενο που μας κίνησε το ενδιαφέρον. Μεταφέρεστε αυτόματα στο αυθεντικό κείμενο με κάνετε κλικ στην επικεφαλίδα ή το λινκ στο τέλος της σελίδας.


Η κοτούλα η Κικίτσα (μέρος 1ον)


Το σύστημα μας βασίζεται σε μία φαύλη παραδοχή και πολλά ευχολόγια (τα λεγόμενα και "Συντάγματα").
Η φαύλη παραδοχή συνίσταται στην αποδοχή ως θέσφατου και αδιαπραγμάτευτου στοιχείου της  παροχής της πίστωσης από ιδιώτες ΠΡΟΣ  αυτό που καλούμε κράτος.


Ξεκινώντας από την αλφαβήτα της κοινωνικής ζωής, έχουμε άκριτα και μηχανικά συναποφασίσει ότι πρέπει να διαβιούμε σε ένα οικονομικό σύστημα όπου η οντότητα την οποία συναποτελούμε ένας προς ένας από εμάς, το κράτος, έχει χωρίς κανέναν απολύτως λόγο δημοσίου συμφέροντος, εκχωρήσει σε ιδιώτες  το απόλυτο δικαίωμα του να ελέγχει το ίδιο την οικονομική ζωή, δια της εκδόσεως και κυκλοφορίας του χρήματος. Παρατηρείται συνεπώς το καταστροφικά παράδοξο, οι πολίτες της οικουμένης, να είμαστε, αντί για φορείς της υγείας, οι εξαρτημένοι ασθενείς ενός ολιγαρχικού συστήματος στου οποίου την ύπαρξη και στην διάτρητη λειτουργία του οι ίδιοι συναινούμε.
«Ουδείς» αναρωτήθηκε ποτέ γιατί θα πρέπει οι λίγοι μέτοχοι κάποιων εταιρειών να έχουν το καλούμενο εκδοτικό προνόμιο έναντι των υπόλοιπων δισεκατομμυρίων, την στιγμή που αυτό ουδείς άλλος πλην του κράτουςwakeup θα πρέπει να το απολαμβάνει. Εκτός κι αν, ο υπέρτατος Νόμος του Κράτους, δεν είναι το Σύνταγμα αλλά ο περί Ανωνύμων Εταιρειών Νόμος.
«Ουδείς» αναρωτήθηκε περαιτέρω, γιατί θα πρέπει τα κράτη να χρωστούν και οι πολίτες όπου γης να πληρώνουν και επομένως να χρωστάνε σε κάποιους λίγους αντί να συμβαίνει το αντίθετο. Είναι αδιανόητο να έχει ο οποιοσδήποτε την ελάχιστη προσδοκία περί εξυγίανσης ή έστω ανοχής αυτής της μπάσταρδης κατάστασης, όταν εκ των πραγμάτων, εκ των προτέρων και με απλή γνώση αριθμητικής β’ δημοτικού, μπορεί να αντιληφθεί ότι κάθε μέρα που περνάει, είναι ολοένα και πιο υπόδουλος σε μία  υπερχρέωση χωρίς σωτηρία ή επιστροφή και δεν καίγεται μόνος, καίγεται το δάσος. Αλλά εδώ ταιριάζει ασφαλώς καλύτερα, η θεωρία του βατράχου στην κατσαρόλα, όπου δεν αντιλαμβάνεται ότι το νερό ζεσταίνεται και βράζει, οπότε βράζει και αυτός ζωντανός κι ανήμπορος.
Στην σημερινή ανάρτηση θα δανειστούμε κάποια στοιχεία από την εργασία ενός λαμπρού φάρου στο ελληνικό διαδίκτυο, του κ. Βιλιάρδου, του οποίου, αν και όχι σύμφωνοι με όλες τις απόψεις, αναγνωρίζουμε την πρωτοφανή – σε σχέση με την περιρρέουσα ευήθεια – δεινότητα επισήμανσης των κακώς κειμένων και στα οποία από εδώ έχουμε πλείστες φορές  έως σήμερα, εκτενώς αναφερθεί.
Αρχικά επισημαίνεται ότι πλέον ουδείς είναι άμοιρος της άγνοιας τουΆγνοια ευθύνης απαγορεύεται επίσης. Ο οποιοσδήποτε είναι υπόλογος στην αδυναμία και αδιαφορία του να αποκτήσει ο ίδιος άποψη περί της πραγματικότητας, να αποδράσει από το χρυσό ή τσίγκινο κλουβί του και να ορίσει την τύχη του και όλοι μαζί, τις τύχες μας. Τα υπνωτισμένα ζόμπι της τηλεοπτικής μαστούρας πρέπει κάποια στιγμή να αντιληφθούν ότι το μαντρί με τις τρελές είναι πλέον υπερκορεσμένο από την άπατη μιζέρια και βλακεία που κυριαρχεί στο βασίλειο της Δανειμαρκίας. Και η πόρτα ανοιχτή.
Ας γίνουν κατανοητά επιτέλους τα εξής:
α. Τα κράτη έχουν θεσμικά το απόλυτο προνόμιο να εκδίδουν χρήμα, να το κυκλοφορούν και να οριοθετούν την διαδικασία της πίστωσης και τα λοιπά παράγωγα της.
β. Τα κράτη εκχώρησαν το δικαίωμα τους αυτό, τυπικά ή ακόμα και άτυπα, σε κλειστά club προυχόντων. Χάνεται κάποιος στον δαίδαλο των φορολογικών παραδείσων  όπου τα ανομιμοποίητα και ΑΦΟΡΟΛΟΓΗΤΑ κεφάλαια των ολίγων, ποτίζουν το χώμα τωνpig_prison εξωτικών νήσων όπου εδρεύουν οι Offshore εταιρείες -  μέτοχοι των  "πιστωτικών ιδρυμάτων". ΟΥΔΕΙΣ πραγματικά γνωρίζει ποιοι είναι οι πραγματικοί μέτοχοι στο καζίνο και πως διαπλέκονται στον έλεγχο πάσης φύσεως εταιρειών που καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας.
γ. Τα κράτη, όχι μόνο δεν επεφύλαξαν για τον εαυτό τους το οποιοδήποτε δικαίωμα ή προνόμιο, όχι μόνο δεν έβαλαν φραγμούς στην ασυδοσία και την απληστία των ολίγων ευνοημένων, αλλά αντιθέτως συνήνεσαν ανεπιφύλακτα στο να αποτελούν, ως «ο πάσα εις», μια σύναξη από γαριασμένα γατάκια που επαιτούν για ψαροκόκκαλα στις σκουπιδοσακκούλες του διεθνούς καζίνο που νομιμοποίησαν.

Ο Γιόχαν δηλαδή, είχε μια μήτρα στη φάρμα και πάντα 100 στην τσέπη για να αγοράζει καλαμπόκι για τις κότες, να φροντίζει το κοτέτσι και να κοιτάει τον ουρανό όποτε αυτός ήθελε.
Μια μέρα ο Γιόχαν χάρισε την μήτρα στον Χανς και επίσης ό,τι 100άρικα είχε τυπώσει, τα κατέστρεψε. Ο Χανς τύπωσε τα δικά του 100άρικα και έβαλε πάνω την φάτσα του, τα σύμβολα του και την τζίφρα του. Είπε τότε στον Γιόχαν ότι η τζίφρα του ήταν ο λόγος του. Ο Γιόχαν τον πίστεψε. Αλλά όταν του ζήτησε ένα 100άρικο να αγοράσει καλαμπόκι για τις κότες του, γιατί πια δεν είχε δικά του, ο Χανς του είπε ότι θα του έδινε 2, αλλά θα έπρεπε να του δίνει πίσω κάθε φορά 2 κότες και όλα τα αυγά απ’ το κοτέτσι. Ο Γιόχαν συμφώνησε.
Έτσι ο Γιόχαν αγόραζε διπλή ποσότητα από καλαμπόκι και διπλοτάιζε τις κότες στην αρχή και αυτές δεν άργησαν να γίνουν χοντρές, πολλές και άσχημες. Το μόνο που ‘θέλαν  από chicken_bankτότε, ήταν να τρώνε όλο και πιο πολύ. Και τα 2 κατοστάρικα πια δεν έφταναν, ενώ το κοτέτσι γινόταν ολοένα και πιο βρωμερό και στενόχωρο. Κι αφού τα λεφτά δεν έφταναν καλά – καλά για να φάνε οι κότες και ο Χανς έπαιρνε όλα τα αυγά, ο Γιόχαν  ζήτησε από το Χανς που και που να του δίνει πίσω κανένα αυγό (απ' τα αυγά του) ως 'δωράκι', για να τρώει κατιτίς κι ο ίδιος, και εν τω μεταξύ αυτός θα "φρόντιζε" να του δίνει πάντα τις πιο καλοζωισμένες κοτούλες και φυσικά, όλα τα αυγά ‘σε αντάλλαγμα’. Ο Χανς του έκλεισε το μάτι και του είπε «θα σου δίνω ένα αυγό  αλλά θα μου δίνεις πίσω μια καλή κότα ‘σε αντάλλαγμα’».
Και έτσι ο Γιόχαν σταμάτησε να ενδιαφέρεται για το κοτέτσι αλλά μόνο τον ενδιέφεραν ο Χανς και κάποιες καλοζωισμένες κότες. Και καθώς το ένα αυγό δεν του έφτανε πια, ζήτησε κι άλλο ένα και ο Χανς ζήτησε κι άλλες κοτούλες ‘σε αντάλλαγμα’.  
Και όσο ο Γιόχαν έτρωγε τόσο του άνοιγε η όρεξη, με αποτέλεσμα να τον ενδιαφέρουν αποκλειστικά, μόνο τα αυγά που του έδινε ο Χανς ‘σε αντάλλαγμα’ και οι κοτούλες και τα αυγά που θα έδινε στον Χανς. Και κάποια μέρα ο Χανς ζήτησε τις κοτούλες και τα αυγά του αλλά ο Γιόχαν δεν είχε να του τα δώσει, αφού δεν είχαν αυγατίσει και ο Χανς ‘’επίσημα’’ είπε τότε  «θα ταΐζεις μόνο τις δικές μου κότες στο βρωμερό κοτέτσι».
Και από τότε οι άλλες κότες έτρωγαν μόνο τα φλούδια και τα αποφάγια "επίσημα". Κι άρχισαν να τσακώνονται σαν κότες. Αλλά να που οι κότες του Χανς, που φρόντιζε ο Γιόχαν, άρχισαν να χοντραίνουν κι άλλο και χόντρυναν τόσο που δεν μπορούσαν να κάνουν πια αυγά. Και ο Γιόχαν ζήτησε απ’ τον Χανς ‘έξτρα’ 100 για να φτιάξει ένα νέο ξεχωριστό κοτέτσι στις χοντρο-κότες, να κακαρίζουν όσο θέλουν, να τρώνε και να γελάνε σαν να τους καθαρίζουν αυγά - μακριά από τις ενοχλητικές ψωρο-κοτούλες.
Κι ο ευεργέτης Χανς του χάρισε 100 για να φτιάξει ένα κοτέτσι για τις χοντρο-κότες. Και ο Γιόχαν είπε  τότε σε όλες τις ψωρο- κοτούλες, τώρα εσείς θα  κάνετε και τα αυγά των άλλων. Κι αυτές τσακώνονταν σαν κότες. Και μια μέρα οι κοτούλες είχαν αποκάνει και τα αυγά δεν έφταναν και οι ΧΟΝΤΡΟ-κότες ήταν λίγες αλλά κακαρίζανε σαν κότες. Και ο Χανς που είχε φάει τον σκασμό ως τότε αλλά ήθελε κι άλλο, είπε «έχω μια ιδέα, θα βάψουμε τα αυγά χρυσά και θα τα πουλήσουμε στον αδερφό μου τον Στράους». Και ο Χανς ψευτοδάνειζε κάθε τόσο ένα 100αρικο στον Στράους και μ’ αυτό ο Στράους αγόραζε από τον Χανς τα χρυσά αυγά. Και έπειτα ο Στράους, έτρωγε τα χρυσά αυγά και έδινε πίσω στον Χανς τα χρυσά τσόφλια κι αυτός στη συνέχεια τα έδινε 'σε αντάλλαγμα' πίσω στον Γιόχαν για να φάνε οι ψωρο-κοτούλες και να κάνουνε πιο πολλά αυγά.
Αλλά μια άλλη μέρα ο Γιόχαν ξέμεινε και πάλι, τα αυγά σωθήκαν και οι καλές κότες επίσης κι όταν το είπε "αμήχανος και συντετριμμένος" στον Χανς,  ο Χανς του είπε εκνευρισμένος, "φέρε μου όποια κοτούλα να’ναι, άχρηστε" και έτσι πήρε την Κικίτσα που παλιά ήτανε μια κανονική κοτούλα αλλά μετά έγινε και αυτή μια χοντρο-κότα του Γιόχαν, δηλαδή του Χανς.
Κι ο Χανς συνέχιζε να μπουκώνει την Κικίτσα και της έλεγε "κανε μου αυγά να μη σε σφάξω" αλλά ο καιρός περνούσε και τα λεφτά δεν 'φτάναν και το καλαμπόκι ήταν λίγο και η  Κικίτσα χοντρή. Και άλλα αυγά δεν μπορούσε να κάνει, "δυστυχώς". Και σιγά-σιγά άρχισε να πεινάει. Και ο Χανς της είπε, ήσουν λαίμαργη. Τώρα έχεις "δυστυχώς" 2 επιλογές : ή θα κάνεις τα τετραπλάσια αυγά από αυτά που έκανες παλιά, ή θα σε φάω σιτεμένη.
(Κι ο Γιόχαν που ούτε πια θυμόταν τι είναι ο ουρανός συμφώνησε «επίσημα»).
Και έτσι η Κικίτσα υπέγραψε το μνημόνιο και βάλθηκε να κάνει και τα 2.


http://www.epicurus2day.gr/index.php/economicsystem/184-2011-03-10-16-50-38

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου